ΤΖΩΝ ΚΗΤΣ

Τα ποιήματα του Τζων Κητς έχουν μεταφερθεί εδώ, με επιπλέον υλικό.

ΤΖΩΝ ΚΗΤΣ [JOHN KEATS (1795-1821)]: La belle dame sans merci

Ω, τι να σε σκοτίζει, αρματωμένε ιππότη,
και γυρνάς μοναχός, δίχως μιλιά;
Τα βούρλα μαραθήκανε στη λίμνη
και δε λαλούν πουλιά.

Ω, τι να σε σκοτίζει, αρματωμένε ιππότη,
κι’ έτσι άγριος είσαι κι’ έτσι λυπημένος;
Της βερβερίτσας το κελάρι είναι γεμάτο
κι’ ο θέρος τελειωμένος.

Πάνω στο μέτωπό σου βλέπω κρίνο
απ’ τη λαχτάρα υγρό κι’ από τον πυρετό,
πάνω στα μάγουλά σου χλωμό ρόδο
γοργά μαραίνεται κι’ αυτό.

Κάποια κυρά μες στα λιβάδια βρήκα
πεντάμορφη – νεράιδας κόρη, ωϊμένα!
Κι’ είχε μακριά μαλλιά κι’ ελαφρό πόδι
και μάτια αλαφιασμένα.

Της έπλεξα γιορντάνι στο κεφάλι,
ζώνη, βραχιόλια από μυριστικά.
Με κοίταξε στα μάτια, καθώς αγαπούσε,
και βόγγησε γλυκά.

Την έβαλα στο αργοπερπάτητο άλογό μου
και τίποτ’ άλλο δεν έβλεπα όλη μέρα
γιατί έγερνε στο πλάι κι’ έλεε τραγούδια
νεράιδας στον αέρα.

Ρίζες γλυκές μού βρήκε κι’ άγριο μέλι
και σαν του μάνα τη δροσιά καρπό
και σε μια γλώσσα χωρίς άλλο ξένη μού είπε:
‘‘Αλήθεια, σ’ αγαπώ’’.

Στη νεραϊδοσπηλιά της έπειτα με πήρε
κι’ έκλαψε εκεί, αναστέναξε βαριά,
κι’ έκλεισα εκεί τ’ αλαφιασμένα της τα μάτια
με τέσσερα φιλιά.

Κι’ εκεί με νανουρίσματα μ’ αποκοιμίζει
κι’ εκεί ονειρεύτηκα – αχ, τι θλίψη στην καρδιά!
Το στερνό, το στερνό από τα όνειρά μου
στην κρύα του λόφου την πλαγιά.

Είδα ωχρούς βασιλιάδες και ρηγάδες,
ωχροί ήτανε πολεμιστές, σαν πεθαμένοι.
Μου φώναξαν: ‘‘Η Ωραία Κυρά που δεν πονάει
την ψυχή σου έχει σκλαβωμένη’’.

Μες στο σκοτάδι τ’ άσαρκά τους χείλη
για μήνυμα φριχτό άνοιξαν πλατιά
και ξύπνησα και βρέθηκα εδώ πέρα
στην κρύα του λόφου την πλαγιά.

Γι’ αυτό περνάω τις μέρες μου εδώ πέρα
και γυρνώ μοναχός, δίχως μιλιά.
Τα βούρλα κι’ αν μαράθηκαν στη λίμνη
κι’ αν δε λαλούν πουλιά.

Μετάφραση: Λίνα Βλάχου

ΤΖΩΝ ΚΗΤΣ [JOHN KEATS (1795-1821)]: La belle dame sans merci*

Γιατί ’σαι λυπημένος, καβαλιέρε,
κι’ ωχρός γυρίζεις δίχως συντροφιά;
Της λίμνης εμαράθηκαν τα βρούλα
και τα πουλιά δεν κελαϊδούνε πια.

Γιατί ’σαι λυπημένος, καβαλιέρε,
κ’ έτσι αδυνατισμένος και χλωμός;
Εγέμισε η φωλιά της βερβερίτσας
σιτάρι, ετέλειωσε κι’ ο θερισμός.

Κάποιο στο μέτωπό σου βλέπω κρίνο,
που ’ναι απ’ του πυρετού τη δρόσο υγρό,
κι’ ωχρό τριαντάφυλλο στο μάγουλό σου
που γλήγορα θα μαραθεί κι’ αυτό.

Μια κόρη αντάμωσα μες στα λιβάδια
– πεντάμορφη νεράιδας κορασιά –
που ’χε αλαφρά τα πόδια, τα μαλλιά της
μακριά, κι’ είχε δυο μάτια αγριωπά.

Στεφάνι της ανθόπλεξα, να βάλει
στην κεφαλή, και ζώνη ευωδιαστή·
με κοίταξεν ωσάν να μ’ αγαπούσε
και μού γλυκαναστέναξε, η καλή.

Καβάλλα την επήρα στ’ άλογό μου
κι’ όλη τη μέρα δεν την είδα πλιο,
γιατί λοξόγερνε και τραγουδούσε,
τραγούδι τραγουδούσε μαγικό.

Άγριο μού βρήκε μέλι, γλυκές ρίζες
και δροσομέλι τόσο ευωδιαστό,
και, βέβαια, μου ’λεγε σε κάποια γλώσσα
παράξενη: ‘‘Στ‘ αλήθεια σ’ αγαπώ!’’

Με πήρε στη νεράιδινη σπηλιά της
κ’ έκλαιγ’ εκεί και στέναζε βαθιά·
εκεί κ’ εγώ τα φλογερά της μάτια
με τέσσερα τής τα ’κλεισα φιλιά.

Εκείνη με νανούριζε στον ύπνο
εκεί, κ’ εγώ νειρεύτηκα – αλλοιά!
κ’ ήτανε το στερνό τ’ όνειρο που είδα,
πάνω στου κρύου του λόφου την πλαγιά.

Εκεί ρηγόπουλα είδα και ρηγάδες,
πολεμιστές, χλωμούς θανατερά,
που φώναζαν: ‘‘Η άπονη και σένα,
και σένα σ’ έχει πάρει στη σκλαβιά’’.

Τα πεθαμένα τους είδα τα χείλια
να χάσκουνε στο σκότος ανοιχτά
με μια φριχτή φοβέρα· είχα ξυπνήσει
και βρέθηκα στου λόφου την πλαγιά.

Να, γιατί μόνος τώρα τριγυρίζω
εδώ κ’ έτσι θλιμμένον θα με βρουν,
της λίμνης κι’ αν μαράθηκα τα βρούλα
και τα πουλάκια πια δεν κελαϊδούν.

* Η ωραία άπονη

Μετάφραση: Στέφανος Τσατσούλας

ΤΖΩΝ ΚΗΤΣ [JOHN KEATS (1795-1821)]: La belle dame sans merci

Ω, τι σε κάνει να πονάς, δυστυχισμένε ιππότη!
Σε βλέπω ν’ αργοσέρνεσαι, χλωμό και μόνο·
μαράθηκαν τα βούρλα στην ακρολιμνιά,
κι’ ούτε πουλί δεν κελαϊδάει σε κλώνο.

Ω, τι σε κάνει να πονάς, δυστυχισμένε ιππότη!
Και τι σε λιώνει, τι σ’ έχει ανταριάσει;
Πλούσια η σοδιά μες στις σταραποθήκες
που βερβερίτσες έχουνε φωλιάσει.

Βλέπω ένα κρίνο στο ιδρωμένο πρόσωπό σου
που η αγωνία του πυρετού το υγραίνει
κι’ ένα τριαντάφυλλο στο μάγουλό σου
γρήγορα μαραζιάζει και πεθαίνει.

Μια νέα απάντησα μες στο λιβάδι,
πεντάμορφη, νεραϊδοκόρη·
είχε μακριά μαλλιά, λαφροπατούσε!
και των ματιών της έλαμπε η κόρη.

Στεφάνι έπλεξα στ’ ωραίο της κεφάλι
και δυο βραχιόλια και μια ζώνη μυρωμένη
κι’ αυτή με κοίταζε, λες μ’ αγαπούσε,
κι’ αλαφροστέναζεν ευτυχισμένη.

Στ’ άτι μου την ανέβασα, που αργοπατούσε,
κι’ εκείνην έβλεπα όλη μέρα στις κοιλάδες,
έτσι που έγερνε στα δυο πλευρά και τραγουδούσε
τραγούδια καμωμένα για νεράιδες.

Μου ’βρισκε ρίζες με γλυκιά τη γεύση
και άγριο μέλι κι’ ό,τι την ψυχή μεθάει
και σε μια γλώσσα που παράξενα ηχούσε
μου ’λεγε πως στ’ αλήθεια μ’ αγαπάει.

Στη νεραϊδένια της σπηλιά με επήρε
και με θωρούσε κι’ αναστέναζε η κυρά μου
κι’ εγώ τα λαμπερά της άγρια μάτια
έκλεισα με τ’ αμέτρητα φιλιά μου.

Κι’ ως με νανούριζε αποκοιμισμένο,
εγώ ονειρεύτηκα, ω, πόση θλίψη!
το τελευταίο μου όνειρο, απ’ όσα είχα δει,
στην κρύα λοφοπλαγιά που μ’ είχε κρύψει.

Περνούσαν βασιλιάδες, πρίγκηπες, πολεμιστές,
με πρόσωπο νεκρού μαυροκιτρινιασμένο
κι’ όλοι μου φώναζαν: ‘‘La belle dame sans merci
για πάντα σε κρατάει σκλαβωμένο’’.

Ολάνοιχτα, στο τρομερό τους μήνυμα,
είδα τα στεγνωμένα χείλη τους μες στο σκοτάδι
και ξύπνησα και πλαγιασμένος βρέθηκα
στην κρύα λοφοπλαγιά το βράδυ.

Να γιατί το καλύβι μου έχω στήσει εδώ
και τριγυρνάω θλιμμένος και με βλέπεις μόνο,
αν και μαράθηκαν τα βούρλα στην ακρολιμνιά
κι’ ούτε πουλί δεν κελαϊδάει σε κλώνο.

Μετάφραση: Μερόπη Οικονόμου

ΤΖΩΝ ΚΗΤΣ [JOHN KEATS (1795-1821)]: Meg Merrilies

Η γριούλα Μεγκ ήταν τσιγγάνα,
ζούσε στους βάλτους ζωή φτωχή,
είχε για στρώμα της δεμάτια ρείκια,
και για καλύβι της όλη τη γη.

Ξυνά βατόμουρα, μήλα της ήταν
το σπαρτοκάρπι, μαύρη σταφίδα
του άγριου ρόδου η δροσιά, κρασί της
και κάθε μνήμα, βιβλίου σελίδα.

Πεύκα ολομύριστα, γκρεμοί και λόφοι
ήταν αδέλφια της, η φαμελιά της·
μ’ αυτά μιλούσεν όλη τη μέρα
και τ’ αγαπούσε με την καρδιά της.

Μέρες πολλές νηστικές περνούσε
κι’ όταν το βραδινό της δεν είχε πάρει,
τα μάτια στήλωνε στον ουρανό,
για να χορτάσει με το φεγγάρι.

Μα σα λιοφώτιζεν, η Μεγκ στεφάνι
απ’ αγιοκλήματα πάντα φορούσε
δροσολουσμένα, και κάθε βράδυ
τις βέργες έπλεκε και τραγουδούσε.

Ψαθιά από βούρλα φτιάχναν με τέχνη
γέρικα δάχτυλα που είχαν ροζιάσει·
ψαθιά από βούρλα που τα πουλούσε
στα καλυβόσπιτα μέσα στα δάση.

Σα μια βασίλισσα ήταν γενναία,
σαν αμαζόνα ήταν ψηλή,
κόκκινη κάπα χοντρή φορούσε
και στο κεφάλι χοντρό ψαθί.
Γέρικα κόκκαλα πάνε πια χρόνια
που στην αγκάλη της έκλεισε η γη.

Μετάφραση: Μερ[όπη] Οικονόμου

ΤΖΩΝ ΚΗΤΣ [JOHN KEATS (1795-1821)]: Όταν φοβάμαι (1818)

Όταν φοβάμαι πιο πολύ πως θα πεθάνω,
και θα ’ναι ασύναχτο στο νου το γέννημά μου,
τόμους δεν θα ’χω στοιβαγμένους ως επάνω,
σιταποθήκες με την ώριμη σοδειά μου·

όταν σε νύχτα αστερωμένη ατενίζω
πελώρια σύμβολα τα νέφη στον αιθέρα,
και συλλογίζομαι, ποτέ δεν θα ’ρθει μέρα
με μάγο χέρι τις σκιές τους να ιστορήσω·

κι όταν αισθάνομαι πως πια δεν θα σε βλέπω,
ωραίο πλάσμα της στιγμής, σαν παραμύθι
τον έρωτά σου απερίσκεπτα να δρέπω·

τότε, στου κόσμου τη μεγάλη παραλία,
σκέφτομαι μόνος, ώσπου χάνονται στα βύθη
και της αγάπης και της δόξας τα πρωτεία.

Μετάφραση: Διονύσης Καψάλης

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s