ΣΑΝΤΟΡ ΠΕΤΑΙΦΙ

ΣΑΝΤΟΡ ΠΕΤΑΙΦΙ [SÁNDOR PETŐFI (1823-1849)]: Τα τραγούδια μου

Βυθίζομαι συχνά σε ρεμβασμούς
και πια δεν ξέρω οι στοχασμοί μου πού με πάνε,
μ’ ένα φτερούγισμα αγκαλιάζω την πατρίδα μου,
τη γη κατόπι και τον κόσμο.
– Τα τραγούδια όπ’ αναβρύζουνε από μέσα μου,
είναι τότε τα τραγούδια μιας ψυχής
αλαφροΐσκιωτης και φεγγαροπαρμένης.

Μ’ αντί να ζω με φαντασίες και μ’ όνειρα,
θα ’πρεπε οι έγνοιες να με τρώνε για την Αύριο…
Όμως γιατί κακό να βάζει ο νους μου;
Γεμάτος καλοσύνη είν’ ο Θεός και θα γνοιαστεί για μένα.
– Τα τραγούδια όπ’ αναβρύζουνε από μέσα μου,
είναι τότε μιας ιδιότροπης ψυχής,
οπού πετάει με τα φτερά της πεταλούδας.

Σαν ανταμώσω μιαν όμορφη παρθένα,
όλες μου οι έγνοιες θάβονται βαθιά,
βυθίζεται η ματιά μου μέσ’ τα μάτια της
σα μέσα στα νερά γαλήνιας λίμνης.
– Τα τραγούδια όπ’ αναβρύζουνε από μέσα μου,
είναι τότε μιας ψυχής ερωτοπλάνταχτης
κι’ οπού μοσκοβολάει σαν άγριο ρόδο.

Μ’ αγαπάει; μεθώ απ’ την ηδονή.
Δε μ’ αγαπάει; μεθώ με το φαρμάκι,
κι’ όπου ένα ποτήρι και κρασί,
είν’ αρκετό για να μού κάμει κέφι.
– Τα τραγούδια όπ’ αναβρύζουνε από μέσα μου,
είναι τότε τα τραγούδια μιας ψυχής
οπού ’ναι μεθυσμένη ηδονικά κι’ ιριδωμένη σαν ουράνιο τόξο.

Μα ενώ κρατάω στο χέρι το ποτήρι,
το γένος κοίτεται βαριά αλυσοδεμένο,
κι’ όσο φαιδρό των ποτηριών είναι το τσούγκρισμα,
τόσο φριχτή η αλαλαγή των αλυσίδων.
– Τα τραγούδια όπ’ αναβρύζουνε από μέσα μου,
είναι τότε τα τραγούδια μιας ψυχής
ανάστερης και νεφελοπνιγμένης.

Μετάφραση: Τάκης Μπαρλάς

ΣΑΝΤΟΡ ΠΕΤΑΙΦΙ [SÁNDOR PETŐFI (1823-1849)]: Ο θάνατός μου

Αν ο Θεός μού πρότεινε μια μέρα:
‘‘Ελεύτερο σ’ αφήνω να διαλέξεις
το θάνατο, παιδί μου, όπου σ’ αρέσει’’,
νά τί θα ζήταα τότε απ’ το Θεό:

Να ’ναι φθινόπωρο, ένα ωραίο φθινόπωρο,
γαλήνιο και γλυκό, και μιαν αχτίδα
να φωτάει τα κίτρινα τα φύλλα,
κι’ ανάμεσ’ απ’ το φύλλωμα έν’ αηδόνι,
λησμονημένο από την άνοιξη,
να τραγουδάει το τελευταίο του τραγούδι.

Κι’ όπως λαθραία τη φύση, το φθινόπωρο,
στα δίχτυα πιάνει ο θάνατος,
έτσι να μ’ αρπάξει…
Γυρίζοντας, να τονέ δω μεμιάς
στρογγυλοκαθισμένο στο πλευρό μου.

Τότε, παρόμοιος με τ’ αηδόνι μέσ’ στο φύλλωμα,
το πιο στερνό τραγούδι μου να χύσω,
και το τραγούδι αυτό το μαγεμένο,
βαθιά, ως τα βάθη των καρδιών να διαπεράσει,
ψηλά ν’ ανέβει ως τους μυχούς των ουρανών.

Κι’ όταν θα τρεμοσβήνουν οι αρμονίες μου,
ένα φιλί τα χείλη μου ας μού κλείσει,
ένα φιλί, ξανθομαλλούσα μου, από σένα,
το πιο ωραίο από τα πλάσματα της γης.

Κι’ αν ο Θεός μ’ αρνιόταν τέτοια χάρη,
θα του ζητούσα τότε να ’ταν άνοιξη,
μιαν άνοιξη πολέμου,
που να φουντώνουνε τα ματωμένα ρόδα
στα στήθη απάνω της ακνάτης λεβεντιάς.

Κι’ η σάλπιγγα, τ’ αηδόνι των πολέμων,
ενθουσιασμό να εμπνέει… και να ’μαι κει.
Κι’ απ’ την καρδιά μου ένα θανάσιμο λουλούδι,
ένα λουλούδι αιματοστάλαχτο να βγει!

Και τότε, όταν θα πέσω απ’ τ’ άλογό μου,
ένα φιλί τα χείλη μου ας μού κλείσει,
στερνό φιλί μου, ω Λευτεριά, από σένα,
το πλέον ωραίο πλάσμα τ’ ουρανού.

Μετάφραση: Τάκης Μπαρλάς

ΣΑΝΤΟΡ ΠΕΤΑΙΦΙ [SÁNDOR PETŐFI (1823-1849)]: Ο ιερόθυτος θάνατος

Μια σκέψη μοναχά με τυραγνάει,
το να πεθάνω απάνω στο κρεβάτι,
στα μαλακά προσκέφαλα να μαραθώ
σαν το λουλούδι οπού το τρώει το σαράκι,
να λιώσω αργά-σιγά σαν το κερί
που κλαίει λησμονημένο
σε κάποια κάμαρα αδειανή.

Ω! φύλαξέ με, Θεέ μου, φύλαξέ με
από παρόμοιο θάνατο.
Θέλω να τελειώσω όπως το δέντρο
που το συντρίβει ο κεραυνός,
ή που το ξερριζώνει ο ανεμοστρόβιλος.
Θέλω να τελειώσω όπως ο βράχος,
οπού η βροντή, τραντάζοντας συθέμελα ουρανό και γη,
τονέ γκρεμίζει απάνου απ’ το βουνό
μέσα στα βάθη της κοιλάδας…
Αν κάποτε όλοι οι σκλαβωμένοι, χώρες και λαοί,
βαλαντωμένοι από την άτιμη σκλαβιά,
σκωθούνε και χυμήξουνε μπροστά
με πρόσωπο αναμμένο απ’ την οργή
κι’ ανεμίζοντας φλογοκόκκινα φλάμπουρα
με την άγια ετούτη επιγραφή:
‘‘Ελευθερία σε όλους!’’,
αν βροντοφωνάξουνε κάποτε τα λόγια αυτά,
κάνοντάς τα ν’ αντιλαλήσουν από τη Δύση ως την Ανατολή
και χτυπηθούνε οι τύραννοι μαζί τους,
– εκεί θα λαχταρούσα εγώ να πέσω,
εκεί θα ’θελα το αίμα μου να τρέξει
από τη νιόλουβη καρδιά μου.
Κι’ όταν θα ξεφεύγουν απ‘ τα χείλη μου φαιδρά
τα στερνά μου λόγια,
ας τα σκεπάσει των αρμάτων η κλαγγή
κι’ η χλαλοή η χαρούμενη
τυμπάνων και σαλπίγγων.
Και πηδώντας απάνω απ’ το κουφάρι μου
τ’ άλογα ας καλπάσουνε εκεί που θα τα κράζουν
οι νικητήριοι παιάνες,
αφήνοντάς με αιματοτσακισμένονε, κατάκαμπα.
Κι’ ας μη μαζέψουνε τα σκορπισμένα κόκκαλά μου
παρά μονάχα την ημέρα, αν μέλλεται να ’ρθεί,
τη μεγάλη μέρα της ταφής,
όπου με τους αργούς και μεγαλόπρεπους ήχους
μιας πένθιμης μουσικής,
κάτω από τις πτυχές των σημαιών,
τυλιγμένων με κρέπι,
θα σμίξουνε σ’ έναν τάφο κοινό
όλους τους γενναίους οπού πεθάνανε για Σέ,
ω! Άγια Ελευθεριά του κόσμου!

Μετάφραση: Τάκης Μπαρλάς

ΣΑΝΤΟΡ ΠΕΤΑΙΦΙ [SÁNDOR PETŐFI (1823-1849)]: Οι κάμποι

Τι θέλετε από μένα, σκοτεινά Καρπάθια,
με τα δάση των πεύκων και τις άγριες ρομαντικές σας μοναξιές;
Μπορεί να σας θαυμάζω, μα δεν σας αγαπάω καθόλου,
δεν είναι στα βουνά και στα φαράγγια σας οπού με ταξιδεύει η φαντασία.

Κει κάτω, στην απέραντη απλωσιά των κάμπων,
στων κάμπων τον ολόστρωτον ωκεανό,
εκεί ’ναι εμένα ο τόπος μου, εκεί είναι ο κόσμος που μού πρέπει.
Το πνεύμα μου είναι ένας αητός που ’χει ξεφύγει από τη φυλακή του,
όταν κοιτάω την απεραντοσύνη των αγρών.
Ο στοχασμός μου φτερουγίζει τότε
πέρα από τη γη, μέσα στον κόρφο των συγνέφων,
κι’ η πεδιάδα π’ ανοίγεται απ’ το Δούναβι κυλάει χαμογελούσα εμπρός στα               μάτια μου
σα μιαν ωραία εικόνα.

Κάτω από έναν ουρανό γιομάτο θαύματα,
καταμεσήμερα, των κοπαδιών αντιλαλούνε τα κουδούνια,
σιμά στο κρύο πηγάδι,
στα δυο κανάλια, στη βαθιά τη γούρνα, θα προσμένουν.

Βροντερό των φοράδων το κάλπασμα
χτυπάει στον αέρα,
αντιλαλούν οι οπλές, ακούγετ’ η κραυγή τ’ αλογολάτη
και το κροτάλισμα των ηχερών μαστίγων.

Σιμά στα βοσκοτόπια, μέσα στην τρυφερή αγκαλιά της αύρας,
αργοσαλεύουνε τα στάχια
και στεφανώνουνε χαρούμενα τον κάμπο
με την ολόδροσην απόχρωση του σμαραγδιού.

Κοίταξε τώρα εκεί, στο ηλιοβασίλεμα,
τις αγριόπαπιες που βγαίνουν απ’ τα βάλτα,
που με φωνές σηκώνουνται ψηλά,
όπως κυματίζει ένα καλάμι συνεπαρμένο από τον άνεμο.

Πέρα από τα σπίτια, μέσα στα βαθιά λιβάδια,
υψώνεται μοναχική μια τσάρδα, που σπιθοκαίει το τζάκι,
κι’ είναι το άσυλο του διψασμένου στρατολάτη
οπού περνάει να πάει στην πολιτεία.

Σιμά στην τσάρδα ένα πανώριο δάσος
από μικρούλες λεύκες κιτρινίζει ανάμεσα στην άμμο
που τη σκεπάζουνε τ’ αγκάθια·
και μέσ’ τα δροσερά τ’ αγκάθια
παν να χωθούν οι χρυσομόρικες οι σαύρες,
όταν κορώνει το λιοπύρι.

Μακριά, εκεί που σμίγει ο ουρανός κι’ η γη,
τα γαλάζια φύλλα των καρποφόρων δέντρων
αστράφτουν μέσ’ στη σκοτεινάδα·
και πίσω τους, όμοιος με μια ωχρή από σύννεφα κολώνα,
της εκκλησιάς ο πύργος.
Ωραίοι είσαστε κάμποι!
ωραίοι, τουλάχιστο, για μένα.
Εκεί γεννήθηκα και με νανούρισαν στην κούνια.
Είθε κι’ η κάσσα εκεί να με δεχτεί,
κι’ η χλόη του τάφου εκεί να με σκεπάσει!

Μετάφραση: Τάκης Μπαρλάς

ΣΑΝΤΟΡ ΠΕΤΑΙΦΙ [SÁNDOR PETŐFI (1823-1849)]: Ο τρελός

Γιατί με ταράζετε; Πηγαίνετ’ από δω!
Έχω δουλειά· είμαι βιαστικός,
μια μάστιγα θα πλέξω φλογερή
με τις αχτίδες του ήλιου.
Θα μαστιγώσω τον κόσμο!
Σε λίγο αυτοί θ’ αναστενάζουνε,
κι’ εγώ θα σπαρταράω από τα γέλια
– όπως γελούσαν όταν εγώ αναστέναζα.
Χα, χα χα!
Τέτοια είν’ η ζωή· αναστενάζουμε και γελάμε,
ως να ’ρθει ο θάνατος να μας φωνάξει: Σουτ!
Μια φορά επέθανα κι’ εγώ,
μού ρίξανε φαρμάκι στο νερό μου
αυτοί που το κρασί μου επίνανε.
Τί κάμανε, νομίζετε, οι φονιάδες
για να σκεπάσουνε το κρίμα τους;
Ενώ εγώ κοιτόμουν καταγής,
εσκύψανε από πάνω μου κι’ αρχίσανε να κλαίνε.
Είπα να πηδούσα και να τους δάγκωνα τη μύτη.
Αλλ’ όχι, συλλογίστηκα, ας έχουνε τη μύτη τους γερή,
για να τους πνίξει η βρώμα του κορμιού μου!
Χα, χα, χα!
Πού πήγαν και με θάψανε; Στην Αφρική.
Όσο γι’ αυτό, μού βγήκε σε καλό,
ήρθε μιαν ύαινα κι’ έσκαψε το λάκκο μου·
αν κι’ ήτανε ο μόνος μου ευεργέτης,
ωστόσο την ξεγέλασα.
Την ώρα που βουτούσε τη λαγόνα μου,
εγώ της παρουσιάζω την καρδιά μου –
τόσο πικρή, οπού τ’ αγρίμι επλάνταξε!
Χα, χα, χα!
Αυτά παθαίνουν πάντα
όσοι κάνουν στον άνθρωπο καλό.
Τί είναι τάχα ο άνθρωπος;
Η ρίζα, λεν, ενός λουλουδισμένου κλώνου,
π’ ανοίγει εκεί ψηλά, στον ουρανό.
Δεν είν’ αλήθεια· είν’ ένα φυτό,
που η ρίζα του βυθίζεται στην κόλαση.
Ένας σοφός μού το ’μαθεν αυτό,
ένας σοφός, αλλά μεγάλος βλάκας,
αφού εψόφησ’ απ’ την πείνα!
Χα, χα, χα!
Όμως τί έχω και γελάω σαν τρελός;
Θα ’ πρεπε, βέβαια, να κλαίω –
να κλαίω που ο κόσμος είναι τέτοιος.
Κι’ ο Θεός με το μάτι των σύγνεφων
κλαίει συχνά μετανοιωμένος που τον έπλασε.
Αλλά τί κάνουνε τα δάκρυα τ’ ουρανού;
Πέφτουν στη γης – τη γης τη στρογγυλή
που την ποδοπατάνε οι άνθρωποι.
Και τί γίνουνται τα δάκρυα τ’ ουρανού;
Βρώμικη λάσπη!
Χα, χα, χα!
Ξέρετε τί θα πει, στη γλώσσα των ανθρώπων,
αυτή η κραυγή των ορτυκιών: πίτυ καλάθι;
Αυτό θα πει: μακριά από τη γυναίκα!
Η γυναίκα τραβάει τον άντρα απάνου της,
όπως τα πέλαα τα ποτάμια…
Γιατί; Για να τους καταπιεί.
Ωραίο ζώο, το ζώο το θηλυκό·
ωραίο κι’ επικίνδυνο.
Είναι σ’ ένα χρυσό ποτήρι ένα πιοτί φαρμακωμένο.
Σ’ εγεύτηκα, ω έρωτα!
Μια δίπλα από σένα είναι γλυκύτερη
παρά μια θάλασσα από μέλι·
κι’ όμως μια δίπλα από σένα
είναι πικρότερη παρά μια θάλασσα φαρμάκι.
Έχετε δει καμιά φορά τη θάλασσα
να την οργώνει ο σίφουνας,
σπέρνοντας τους σπόρους του θανάτου!
Έχετε δει καμιά φορά το σίφουνα,
τον ηλιοκαμένο αυτό χωριάτη,
οπού κρατάει για υνί τον κεραυνό;
Χα, χα, χα!

Όταν ο καρπός γίνει ώριμος, πέφτει από το δέντρο.
Είσαι κι’ εσύ ένας ώριμος καρπός – ώρα σου να πέσεις!
Θα περιμένω ως αύριο.
Αν κι’ αύριο πια δεν είναι η Τελευταία Κρίση,
ανοίγω αυλάκι ως την καρδιά της γης,
βάζω δυναμίτιδα,
κι’ ανατινάζω τον κόσμο στον αέρα!
Χα, χα, χα!

Μετάφραση: Τάκης Μπαρλάς

ΣΑΝΤΟΡ ΠΕΤΑΙΦΙ [SÁNDOR PETŐFI (1823-1849)]: Τέλος του Σεπτέμβρη

Τα λούλουδ’ ακόμη στους κάμπους ανθίζουν,
κι’ η πράσινη λεύκα ολοένα τρεμίζει…
Μα κοίταξε πέρα και ιδές το χειμώνα!
Τα βράχια σκεπάζει το κάτασπρο χιόνι.
Την καίνε τη νια μου καρδιά καλοκαίρια,
και μέσα της κλείνει την άνοιξη ακέρια.
Μα νά! τα μαλλιά μου τα μαύρα π’ ασπρίζουν,
αγάλια το χιόνι κι’ η πάχνη τ’ αγγίζουν.

Μαραίνουνται τ’ άνθη, κι’ η ζωή γοργοτρέχει…
Γυναίκα μου, ζύγωσε, κάτσε κοντά μου.
Στο στήθος μου γέρνεις τ’ ωριό σου κεφάλι;
Πού ξέρεις αν χήρα μεθαύριο δεν κλάψεις;
Για πες μου, κι’ αν τύχει και πρώτος πεθάνω,
σαν σάβανο απάνω θα ρίξεις το δάκρυ;
Δε θα ’ρθει μια μέρα που τ’ όνομα τούτο,
αλλοί! – θα ξεχάσεις για ένα άλλο καινούργιο;

Και σαν παρατήσεις τον πένθιμο πέπλο,
σημαία του τάφου μου, βάλ’ τονε, μαύρη.
Κι’ εγώ θ’ ανεβώ κι’ απ’ του Χάρου τον κόσμο
μια νυχτα, μαζί να τον σύρω στον Άδη,
μ’ αυτόν ν’ απομάξω τα δάκρυα που χύνω
για σέ που θα μ’ έχεις για πάντα ξεχάσει,
να δέσω τις μαύρες πληγές της καρδιάς μου,
που ακόμα εκεί κάτου για σέ τρέμει πάντα.

Μετάφραση: Τάκης Μπαρλάς

ΣΑΝΤΟΡ ΠΕΤΑΙΦΙ [SÁNDOR PETŐFI (1823-1849)]: Η μάχη με τους Τούρκους

Χάλκινες σάλπιγγες βαρούν κι’ αναφρικιάζει ο κάμπος,
κι’ αναφρικιάζουν τα βουνά κι’ η χώρα πέρα ως πέρα.
Κι’ όλος ο κόσμος μονομιάς πηδάει στη σέλλα, τ’ άλογα
καβαλικεύει και χυμάει τον Τούρκο να χτυπήσει.

Λαχανιασμένοι εγύρισαν οι Ούγγροι μαντατοφόροι,
ξαναχτυπάνε οι σάλπιγγες, κι’ όλες οι σπάθες ξάφνου
γυμνές αστράφτουνε στο φως, κι’ η άγρια μάχη αρχίζει.
Ο Ούγγρος ουσάρος τραγουδά στου Χάροντα τ’ αλώνια.

Προστάζει, κράζει όσο μπορεί, σφαδάζει ο Τούρκος ο πασάς,
χοντρός, παχύς, με μια κοιλιά πελώρια που κουνιέται.
Πιθάρι μοιάζει του η κοιλιά κι’ η μύτη του μεγάλο
αγγούρι, κατακόκκινο, που τώρα μελανιάζει.

Κι’ απάνω στο χορευτκό ρυθμό τέτοιας τρανής κοιλάρας
αγκομαχάει των άπιστων ο μπουνταλάς αφέντης.
Ορδίνιασε τ’ ασκέρι του, τείχος να κάμει θέλει,
μα τους ουσάρους ποιος μπορεί με τέτοια ν’ αποκρούσει.

Στα φτερωτά τους άλογα γιουρούσι οι Μαγυάροι
κάνουν κι’ η μάχη γίνεται μια και μονάχη μάζα.
Στων Τουρκαλάδων χώνονται τ’ ασκέρι μέσα κι’ άξαφνα
ένα μπουλούκι από τρελούς φαντάζει πια η ορδή τους.

Ήταν, αλήθεια, χαρά θεού για μας η μέρα τούτη,
κυβερνημένη θαυμαστά και δοξασμένη η μάχη.
Απελπισμένος ο πασάς στους οσμανλήδες κράζει
να πέσουν όλοι μονομιάς στο Γιάνο Κουκουρίτζα.

Δοξάζει ο Γιάνος το θεό για τη μεγάλη τύχη,
σκιρτά η καρδιά του από χαρά κι’ ευφραίνεται η ψυχή του.
‘‘Πασά μου, μα την πίστη μου, πολύ χοντρό σε βρίσκω,
δυο μπουνταλάδες από σέ τώρα ταχιά θα κάμω!’’

Κι’ ο Γιάνος τούτα κράζοντας γοργά με το σπαθί του
κόβει στα δυο τον Τουρκαλά κι’ αδειάζει όλ’ η κοιλιά του.
Τα δυό κομμάτια του πασά κατάχαμα κυλιούνται…
Ο Γιάνος πάντα είν’ έτοιμος να κάμει αυτό που λέει.

Μετάφραση: Τάκης Μπαρλάς

ΣΑΝΤΟΡ ΠΕΤΑΙΦΙ [SÁNDOR PETŐFI (1823-1849)]: Ο γιος του πασά

Σαν είδαν τον αφέντη τους έτσι άδοξα να πέφτει,
κόψανε λάσπη κι’ έγιναν καπνός απ’ τη φευγάλα.
Σκορπάν οι τούρκικες ορδές, μα σβέλτοι σα γεράκια
τις σταματάν οι ουσσάροι μας κι’ ανήλεα τις χτυπάνε.

Γύρω κι’ ολούθε τα σπαθιά των Ούγγρων τους θερίζουν,
ωσπού όλοι παραδίνονται με την ψυχή στο στόμα.
Μόνο ένας Τούρκος στ’ άλογο καβάλα φεύγει ακόμα
στον κάμπο και τον κυνηγά χωρίς ανάσα ο Γιάνος.

Του κάκου ο δόλιος γύρω του κοιτάει να βρει αποκούμπι.
‘‘Σταμάτα’’ ο Γιάνος κράζει του, ‘‘σταμάτα ή σε σκοτώνω!’’
Γιος του πασά είν’ ο άναντρος και μια βασιλοπούλα
σέρνει μαζί του, ολότρομή, σα μισοπεθαμένη.

Σωσμού σανίδα λαχταρά να βρει με κάθε τρόπο,
γιατί τρελά ερωτεύτηκε την όμορφη παρθένα.
Ξεσκίζει το μαστίγι του τ’ αλόγου του τη σάρκα.
Ξάφνου φρουμάζει ο μαύρος του, σωριάζεται , ψοφάει.

‘‘Σπλαχνίσου με!’’ παρακαλάει χλωμός, συφοριασμένος,
τα χέρια απλώνει πέφτοντας στα πόδια εμπρός του Γιάνου.
‘‘Ω! χάρισέ μου τη ζωή!’’ του λέει με μαύρο δάκρυ
‘‘είναι πολύ γλυκιά η ζωή στ’ άγουρο παλικάρι.’’

‘‘Ω! δεν αξίζει να πεθάνει από δικό μου χέρι
το πιο μεγάλο κάθαρμα στ’ ανθρώπινο το γένος.
Σ’ όλους που ζούνε στην Τουρκιά, σύρε να πεις, κοπρίτη,
πως σου χαρίζει τη ζωή ο Γιάνος Κουκουρίτζα.’’

Μετάφραση: Τάκης Μπαρλάς

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s