ΟΥΪΛΛΙΑΜ ΜΠΛΑΙΗΚ

ΟΥΪΛΛΙΑΜ ΜΠΛΑΙΗΚ [WILLIAM BLAKE (1757-1827)]: Πόσο γλυκά πλανήθηκα από αγρό σ’ αγρό

Πόσο γλυκά πλανήθηκα από αγρό σ’ αγρό
και γεύτηκα το καλοκαίρι που μοσχοβολούσε,
ώσπου τον πρίγκηπα του έρωτα είδα εγώ,
που μέσ’ τις ηλιαχτίδες ξεγλιστρούσε!

Κρίνα μού έδειξε για τα μαλλιά,
και ρόδα για το μέτωπο που κοκκινίζουν,
μ’ οδήγησε στων κήπων του την αγορά,
που όλες οι χρυσές οι τέρψεις του ανθίζουν.

Μούσκεψαν τα φτερά μου απ’ τη γλυκειά μαγιάτικη δροσιά,
κι ο Φοίβος τη φωνητική μανία μου φουντώνει.
Με πιάνει στα δίχτυα τα μεταξωτά,
και στο χρυσό κλουβί του μ’ αμπαρώνει.

Του αρέσει να κάθεται και να μ’ ακούει που τραγουδώ,
μετά, γελώντας, παίζει μαζί μου και διασκεδάζει,
μετά απλώνει τη χρυσή φτερούγα μου,
και την απώλεια της ελευθερίας μου σαρκάζει.
Μετά απλώνει τη χρυσή φτερούγα μου,
και την απώλεια της ελευθερίας μου σαρκάζει.

Μετάφραση: Κώστας Αρβανίτης

ΟΥΪΛΛΙΑΜ ΜΠΛΑΙΗΚ [WILLIAM BLAKE (1757-1827)]: Το άρρωστο ρόδο (1794)

Α, ρόδο, είσαι άρρωστο,
τ’ αόρατο σκουλήκι,
που το ’φερε η θύελλα
απ’ της νυχτός τα μήκη,

βρήκε βαθιά την κοίτη σου,
το πορφυρό σου κέφι,
κι ο σκοτεινός του έρωτας
κρυφά σε καταστρέφει.

Μετάφραση: Διονύσης Καψάλης

ΟΥΪΛΛΙΑΜ ΜΠΛΑΙΗΚ [WILLIAM BLAKE (1757-1827)]: Λονδίνο (1794)

Στους μίσθιους δρόμους πλανιέμαι, απ’ όπου
του μίσθιου Τάμεση βλέπω τα βάθη,
και στίγματα βλέπω σε κάθε ανθρώπου
το πρόσωπο, στίγματα πόνου και πάθη.

Σε κάθε κραυγή και στου κόσμου τη φρίκη,
στου βρέφους το κλάμα, στου βρέφους τον τρόμο,
ακούω, σε κάθε πικρή καταδίκη,
του νου τα δεσμά, τον σφυρήλατο νόμο.

Πώς στέκουν ναοί με το μαύρο τους όγκο
κι ακούν τα παιδιά που μοχθούν στην αιθάλη·
στρατιώτες που στέφουν με κάθε τους βόγκο
στο αίμα κι ενός βασιλιά το κεφάλι.

Κι ακόμη τις νύχτες στου δρόμου την άκρη,
ανήλικη πόρνη σφυρίζει στ’ αυτιά μου
την ύβρη που βρίσκει του βρέφους το δάκρυ
και σπέρνει πληγές στο κρεβάτι του γάμου.

Μετάφραση: Διονύσης Καψάλης

ΟΥΪΛΛΙΑΜ ΜΠΛΑΙΗΚ [WILLIAM BLAKE (1757-1827)]: Βρεφική λύπη (1794)

Βόγκος της μάνας, του πατέρα μου λυγμός,
μεμιάς στου κόσμου βρέθηκα το μένος,
να ολολύζω απροστάτευτος, γυμνός,
σαν δαίμονας σε σύννεφο κρυμμένος.

Αιχμάλωτος στα χέρια του πατέρα
και να σφαδάζω σε σπαργάνωμα σφιχτό,
κουράστηκα στο τέλος ολημέρα
κι είπα στης μάνας μου το στήθος να ριχτώ.

Μετάφραση: Διονύσης Καψάλης

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s