ΓΚΕΟΡΓΚΕ ΜΠΑΚΟΒΙΑ

Τα ποιήματα του Μπακόβια έχουν μεταφερθεί εδώ, με επιπλέον υλικό.

ΓΚΕΟΡΓΚΕ ΜΠΑΚΟΒΙΑ [GEORGE BACOVIA (1881-1957)]: Χειμερινός πίνακας

Στον κάμπο, στα σφαγεία, χιονίζει τρομερά.
Αίμα ζεστό μέσα στο αυλάκι κρουνελίζει·
από αίμα ζώων το χιόνι κοκκινίζει –
αδιάκοπα το χιόνι έναν θλιμμένο παγοδρόμο κυνηγά.

Από αίματα πηγμένα το άσπρο λαμπαδίζει
και τα κοράκια περπατούν μες στο αίμα και ρουφούν,
μα η ώρα πέρασε… και τα κοράκια στον ορίζοντα πετούν.
Στον κάμπο, στα σφαγεία, όλο χιονίζει.

Στο δειλινόν ορίζοντα πάντα χιονίζει
και τώρα που τα τζάμια ανάβουν θλιβερά,
λύκων πομπή σπιθίζοντας προς τα σφαγεία τραβά.
Αγαπημένη, εγώ είμαι αυτός στην πόρτα σου που τουρτουρίζει.

Μετάφραση: Γιάννης Ρίτσος

ΓΚΕΟΡΓΚΕ ΜΠΑΚΟΒΙΑ [GEORGE BACOVIA (1881-1957)]: Αλλού

Καταραμένο να ’ναι αυτό το σκυθρωπό φθινόπωρο,
τα φύλλα του που πάνωθέ μας πέφτουν –
καταραμένη να ’ναι κ’ η μονότονη πολίχνη
η θλιμμένη, όπου βρέχει όλο το χρόνο…

Ω πολιτεία, εσύ, της φθίσης άσυλο –
απ’ τους ανέμους του βορρά δυναστευμένη,
μέσα στα χέρια σου, βήχοντας τη ζωή του,
σήμερα ο ποιητής έχει πεθάνει.

Μετάφραση: Γιάννης Ρίτσος

ΓΚΕΟΡΓΚΕ ΜΠΑΚΟΒΙΑ [GEORGE BACOVIA (1881-1957)]: Σπίτια στο νερό

Νύχτες και νύχτες ακούω να βρέχει,
ακούω της ύλης κλάμα πικρό.
Είμαι μονάχος κι ο νους μου τρέχει
στα σπίτια που ’ναι μέσ’ στο νερό.

Σα να κοιμάμαι σε υγρά σανίδια
και να με σπρώχνει κύμα βαριά,
μέσ’ απ’ τον ύπνο πετιέμαι, ίδια
σα να μού παίρνουν κάθε στεργιά.

Σ’ ό,τι έχω ζήσει κάτι άδειο μπαίνει·
κ’ είμαι στην ίδια ξανά εποχή.
Οι πάσαλοί μου πια μουλιασμένοι
νοιώθω να πέφτουν μέσ’ στη βροχή.

Νύχτες και νύχτες ακούω να βρέχει,
κι όλο τρομάζω και καρτερώ.
Είμαι μονάχος κι ο νους μου τρέχει
στα σπίτια που ’ναι μέσ’ στο νερό.

Μετάφραση: Κώστας Ασημακόπουλος

ΓΚΕΟΡΓΚΕ ΜΠΑΚΟΒΙΑ [GEORGE BACOVIA (1881-1957)]: Επιτάφιο

Ενθάδε κείμαι,
ένας μοναχικός,
που ’χε πικρά γελάσει
και πάντοτε είχε κλάψει.

Μ’ αυτή τη φάτσα,
άξιζε, αλήθεια, να πεθάνω,
σ’ όλους
φαινόμουν ύποπτος.

Μετάφραση: Γιάννης Ρίτσος

ΓΚΕΟΡΓΚΕ ΜΠΑΚΟΒΙΑ [GEORGE BACOVIA (1881-1957)]: Επιτάφιο

Ενθάδε κείμαι.
Ξανά φτωχός
και μοναχός
κι άκεφος είμαι.

Σα να ’χα πάνω
κάτι φρικτό,
ήρθα με αυτό
για να πεθάνω.

Μετάφραση: Κώστας Ασημακόπουλος

ΓΚΕΟΡΓΚΕ ΜΠΑΚΟΒΙΑ [GEORGE BACOVIA (1881-1957)]: Βραδιά θλιμμένη

Άγρια τραγούδαγ’ η γυναίκα,
στον καφενέ τον άδειο, αντίκρα,
άγρια τραγούδαε κι όλο πίκρα,
κι ήτανε γύρω νταβατούρι…
Στον άγριο αχό από το σαντούρι
άγρια τραγούδαγ’ η γυναίκα.

Άγρια τραγούδαγ’ η γυναίκα
κι είμαστε μια παρέα θλιμμένη –
μες στους καπνούς μας τυλιγμένοι
σε κόσμους πάμε αλαργινούς…
Μ’ αχούς αργούς, σατανικούς,
άγρια τραγούδαγ’ η γυναίκα…

Άγρια τραγούδαγ’ η γυναίκα
και γύρω, τόσο νταβατούρι…
Κλαίμε – πά’ στο σοφρά τη μούρη –
και πάλι εκεί, σαν τόσα βράδια.
Στη σάλα, πάνω μας, την άδεια,
άγρια τραγούδαγ’ η γυναίκα.

Μετάφραση: Δημήτρης Ραβάνης

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s