ΑΝΝΑ ΑΧΜΑΤΟΒΑ

Τα ποιήματα της Αχμάτοβα, με επιπλέον υλικό, έχουν μεταφερθεί, εδώ.

ΑΝΝΑ ΑΧΜΑΤΟΒΑ [АННА АХМАТОВА (1889-1966)]: Έσφιξα τα χέρια μου…

Έσφιξα τα χέρια μου κάτω απ’ τη μαντίλια…
‘‘Τι έχεις πάλι σήμερα κ’ είσαι έτσι χλωμή;’’
– Είναι που τον πότισα με φαρμάκια χίλια
κι απ’ την κούπα της καρδιάς του ξεχειλίζουν οι καϋμοί.

Παραπάταγε σα βγήκε κι απ’ τον πόνο
στράβωσε το στόμα του βασανιστικά…
Δεν άγγιξα τα κάγκελα στη σκάλα. Μόνο
σαν τον έφτασα στο δρόμο, είπα βιαστικά

και λαχανιασμένα. ‘‘Ήταν έν’ αστείο
όλα όσα γίνανε. Αν φύγεις, θα πεθάνω’’.
Το χαμόγελό του ήταν ψύχραιμο και κρύο.
Μού ’πε: ‘‘Πρόσεξε, φυσάει. Ανέβα πάνω’’.

Μετάφραση: Άρης Αλεξάνδρου

ΑΝΝΑ ΑΧΜΑΤΟΒΑ [АННА АХМАТОВА (1889-1966)]: Τη στοργή σου να δείχνεις…

Τη στοργή σου να δείχνεις ξανοίγοντας
την αλήθεια της πολύ διακριτικά.
Την ώρα σου χάνεις τυλίγοντας
το λαιμό μου στ’ ακριβά γουναρικά.

Κι άδικα δούλος και σκλάβος μου γίνεσαι
κι όλο για πρώτες αγάπες μιλάς.
Λες και δεν ξέρω πως υποκρίνεσαι,
τάχα δε βλέπω στα μάτια σου πόσο διψάς!

Μετάφραση: Άρης Αλεξάνδρου

ΑΝΝΑ ΑΧΜΑΤΟΒΑ [АННА АХМАТОВА (1889-1966)]: Ο χωρισμός

Σάμπως ο χωρισμός να μας τρομάζει:
πάνω μου εσύ ακουμπάς και πλάι σου εγώ απομένω
κι ας έχει αρχίσει πια να σκοτεινιάζει, –
κ’ είσαι εσύ σκεφτικός κ’ εγώ σωπαίνω.

Μπαίνουμε σ’ εκκλησία κ’ εκεί θωρούμε
ένα ξόδι, μια βάφτιση, ένα γάμο,
και φεύγουμε, γιατί δε θέλουμε να δούμε:
για μάς το ίδιο δε γίνεται… Τι άλλο να κάμω

παρά ν’ ακούω που άτονα αναστενάζεις,
στο κοιμητήρι, πλάι σου καθισμένη,
ενώ στο χιόνι τα παλάτια σχεδιάζεις
όπου θα ζούμε μαζί και χωρισμένοι.

Μετάφραση: Άρης Δικταίος

ΑΝΝΑ ΑΧΜΑΤΟΒΑ [АННА АХМАТОВА (1889-1966)]: Απελευθέρωση (1945)

Τα ελάτια αγνός άνεμος λικνίζει,
τους κάμπους αγνό χιόνι καθαρίζει.
Πια πάνω σου βήμα εχθρού δε νοιώθεις, γη μου:
Απ’ άκρη σ’ άκρη ξεκουράσου, κοίμου.

Μετάφραση: Ρίτα Μπούμη-Παπά

ΑΝΝΑ ΑΧΜΑΤΟΒΑ [АННА АХМАТОВА (1889-1966)]: [Πάνω απ’ τη λίμνη στάθηκε η σελήνη…]

Πάνω απ’ τη λίμνη στάθηκε η σελήνη
και μοιάζει με παράθυρο ανοιχτό
σε φωτισμένο σπίτι, σιωπηλό,
όπου κάτι κακό λες κι έχει γίνει.

Μη φέραν τον αφέντη πεθαμένο,
μη φύγανε η κυρά κι ο εραστής,
ή το παπούτσι βρήκαν της μικρής
που χάθηκε, στην όχθη σκαλωμένο.

Από τη γη δε φαίνεται. Όμως όλοι
τη νοιώσαμε, βουβοί τη συμφορά.
Σκούζαν τα νυχτοπούλια σιγαλά,
βαρύς τάραξε αέρας το περβόλι.

Μετάφραση: Κάρολος Τσίζεκ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s